Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Κώστας Βάρναλης!


Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου
Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!
Μεροδούλι, ξενοδούλι! Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.
Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια, παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά, φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!
Ἀνωχώρι, Κατωχώρι, ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή, ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.
Εἴκοσι χρονῶ γομάρι σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.
Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι (ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.
Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα» κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.
Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό, τὴν τιμή της οὐρανό!
Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.
Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός: «Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!
Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί, νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!
-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου! -Ντράπου!
Τὶς προγόνοι ντράπου! -Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!... -Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»
Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ, τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι! Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό, σύνταξη τόσω χρονώ!
Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ (ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),
Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του νὰ φιλάει τὰ γένια του!
Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.
Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!
Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!
Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.
Τότενες τὸ μαῦρο φίδι τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:
«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.
Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου, μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου θὰ τὸ βρῇς.
Ὅπου ποθεῖ λευτεριά, παίρνει σπαθί.
Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου- τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.
Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς. Κοίτα!
Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».

2 σχόλια:

  1. Διαχρονικότατος ο ποιητής… δυστυχώς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διαχρονικός και στα πολιτικά και στα κοινωνικά και στα της εκκλησίας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...