Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Σκέψεις ενόχου

Καθόταν στην πολυθρόνα του σκεφτικός. Απολάμβανε ένα ποτήρι με το πιο ακριβό ουίσκι που είχε και κάπνιζε ένα από τα πιο εκλεκτά του πούρα που πάντα διακοσμούσαν το μεγάλο επιβλητικό γραφείο του. Στο χώρο τα πάντα πρόδιδαν χλιδή και πολυτέλεια. Μεγάλες, χοντρές κόκκινες κουρτίνες στα παράθυρα λες και δεν ήθελε να μπαίνει το φως μέσα -ποτέ του δεν λάτρεψε τον ήλιο, πάντα κυνηγούσε την σκιά γιατί εκεί ένοιωθε ασφάλεια- μια βιβλιοθήκη σκούρα καφέ από ξύλο τριανταφυλλιάς με δεκάδες βιβλία πάσης φύσεως και ψιλή ως το ταβάνι, στην άκρη του δωματίου όπου γέμιζε το χώρο. Ένα χαλί χοντρό βελούδινο χρώματος καφέ ήταν απλωμένο από άκρη σε άκρη και ένα μικρό τραπεζάκι με μια παλιά αντίκα φωτιστικό σε μια γωνιά. Ακριβώς μπροστά από το γραφείο του δυο πολυθρόνες για τους καλεσμένους του με ένα πανάκριβο γυάλινο τραπεζάκι ήταν τα τελευταία από τα λιγοστά έπιπλα που είχε. Δεν του άρεσε να στριμώχνεται, ήθελε όταν ήταν στο χώρο του να έχει άνεση, να παίρνει αέρα, να μην πνίγεται. Το μόνο που υπήρχε σε αφθονία ήταν τα πούρα του, δέκα πανάκριβοι πίνακες που είχε αγοράσει από κάποιες εκθέσεις στο εξωτερικό οι οποίοι βρίσκονταν επιβλητικά κρεμασμένοι στους τοίχους και ένα μπαράκι με μερικά από τα καλύτερα ποτά του κόσμου.

Σήμερα δεν είχε καθόλου κέφια και πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις έβαζε ένα ποτήρι από το καλύτερο ουίσκι που είχε, το Sazerac Rye 18 ετών και άναψε το καλύτερο πούρο του, ένα Cohiba Esplendido. Καθώς οι καπνοί τον είχαν κυκλώσει και το ποτό είχε αρχίσει να εισβάλει στον εγκέφαλό του, περίεργες σκέψεις είχαν αρχίσει να δημιουργούνται στο μυαλό του.

Σκέψεις για τη ζωή του που ποτέ άλλοτε δεν είχε ξανακάνει. Δεν ήταν νεόπλουτος. Στην πολιτική μπήκε έχοντας πίσω του μια αρκετά μεγάλη περιουσία που κληρονόμησε από τον έμπορο πατέρα του και τα κτήματα ήταν προίκα της μακαρίτισσα της μάνας του. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τα χρήματα που κατάφερε να βγάλει τα χρόνια που ήταν υπουργός. Δεκαπέντε χρόνια στην βουλή εκ των οποίων εφτά υπουργός σε διάφορα πόστα. Το καλύτερο όμως ήταν την εποχή που έγινε υπουργός εθνικής άμυνας. Σήμερα δεν είχε, δεν ήθελε, κανένα υπουργείο. Ήθελε απλά να είναι βουλευτής και να απολαμβάνει όλα όσα είχε κερδίσει, χωρίς άλλες ευθύνες.

Φύσηξε πάλι τον καπνό και κοίταξε τις πολυθρόνες των επισκεπτών.

Από μπροστά του περνούσαν ένας ένας όλοι όσοι κάθισαν σε αυτές. Άνθρωποι με πολλά χρήματα, αξιωματούχοι κυβερνήσεων, ανώτατοι στρατιωτικοί, μεγαλομέτοχοι εταιριών. Όλοι τους πλούσιοι και σε σημαντικά πόστα απ' όλο τον κόσμο. Σήμερα τους ξανάβλεπε όλους καθαρά. Θυμόταν τις συμφωνίες που είχε κλείσει μαζί τους "κάτω από το τραπέζι" και τα χρήματα που κέρδισαν. Τότε δεν ένοιωθε καθόλου τύψεις που "έβαζε χέρι" στα δημόσια χρήματα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να πλουτίζει όσο γίνεται πιο πολύ χωρίς να τον καταλάβουν. Και τα κατάφερε. Κατάφερε να κλείσει συμφωνίες δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς να γίνει αντιληπτός. Όσοι ήξεραν για τις συναντήσεις του βέβαια ήταν δικοί του άνθρωποι και έπαιρναν ένα μικρό μερίδιο των κερδών για την πολύτιμη βοήθεια που παρείχαν. Κατά τα άλλα στάθηκε τυχερός γιατί πάντα κατάφερνε να κουκουλώνει τις βρωμιές του. Και μαζί με τις δικές του και τις βρωμιές των ομοίων του, των φίλων του υπουργών, υφυπουργών, γραμματέων και σχεδόν όλων όσων στελέχωναν την κυβέρνηση, πλιν λίγων μικρών εξαιρέσεων που δεν είχαν, όμως, τα κότσια να τον αποκαλύψουν.

Αυτές τις μέρες, όμως, κάτι είχε αλλάξει. Κάτι μέσα του πήγαινε στραβά. Ποτέ δεν είχε ξανά αισθανθεί τόσο περίεργα. Δεν ήξερε τι έφταιγε ακριβώς.Άκουγε συνεχώς φωνές να λένε "πιάστε τους κλέφτες". Ήξερε καλά ότι ήταν και αυτός ένας από αυτούς. Δεν τον ένοιαζε όμως καθόλου. Δεν αισθανόταν ενοχές για τα χρήματα που έκλεψε. Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος, δεν θα το είχε κάνει αν δεν τον στήριζαν ένα σορό άλλοι άνθρωποι του κόμματος και μη. Στην τελική, σκεφτόταν, μαζί με αυτόν έκλεψαν και οι ίδιοι οι συμπολίτες του. Λιγότερα, αλλά έκλεψαν. Τον παρακαλούσαν να τους βολέψει σε μια θέση στο δημόσιο και οι εταιρίες, μικρές και μεγάλες, προσκυνούσαν μπροστά του να κάνουν κομπίνες για να βγάλουν χρήματα. "Όχι", "μονολόγησε, δεν φταίω σε τίποτα, αν δεν τους άρεσα και αφού το είχαν καταλάβει τι είμαι γιατί με ψήφιζαν; Αυτοί φταίνε που με ανέχτηκαν."

Τράβηξε άλλη μια τζούρα από το, μισοσβησμένο πλέον, πούρο του και ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο ποτό του. Έπειτα το άφησε με δύναμη πάνω στο γραφείο του και με μια βιαστική κίνηση διέλυσε τον καπνό που είχε δημιουργηθεί γύρω του. Ξαφνικά κάτι έγινε και ξύπνησε από τις σκέψεις του. Οι κόρες των ματιών του, που μέχρι εκείνη τι στιγμή είχαν ανέβει στο πάνω μέρος σα να τον είχε πάρει ο ύπνος, επανήλθαν γρήγορα στη θέση του. Έπιασε το ποτήρι με δύναμη και το έσφιξε τόσο που παραλίγο να σπάσει στο χέρι του και είπε δυνατά, "όχι, δεν θα πάω εγώ στην κρεμάλα για αυτά τα ανεγκέφαλα πιόνια, προτιμώ να κρατήσω τα τριάντα αργύρια".

5 σχόλια:

  1. Βρε εσύ γράφεις καλά, μιλάμε απο ένα σημείο και μετα το ζούσα το σκηνικό στο μυαλό μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σαν μυθιστορηματικό κείμενο είναι πολύ καλό. Με αξαιρετική περιγραφή που σε βάζει μέσα στο χώρο. Σε ότι αφορά το νόημα του δεν θα διαφωνήσω καθόλου, απλά θα πω ότι για να φύγει με τα 30 αργύρια πρέπει κάποιος να του τα δώσει και δεν νομίζω ότι υπάρχει κανενας που να έχει τόσα πολλά λεφτά σήμερα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Saq, μολόγα το: δικό σου ή της συζύγου??

    Ακόμα κι ο Ιούδας τα πέταξε τα τριάκοντα αργύρια gamot. Μάλλον το ευρώ φταίει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Φίλε saq

    Βλέπω σωστές απόψεις. Με έβαλες στην blogroll σου. Πάω να σε βάλω και εγώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Tον καταλαβαίνεις τον πατριώτη σου ε???? Ξέρεις τα χούγια του, τις αντιδράσεις του, τις σκέψεις του!!!
    Ωραίο το επεισόδειο, κάντο σήριαλ, θάχει πέραση..!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...